σαινσιμονιστής

ο, θηλ. σαινσιμονίστρια, Ν
οπαδός τού σαινσιμονισμού, τής αντίληψης και θεωρίας τού Σαιν Σιμόν.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. saintsimoniste (βλ. σαινσιμονισμός)].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.